σεός

σής
moth
masc gen sg (epic doric ionic aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • σέος — Α (δ. αν.) βλ. σέως …   Dictionary of Greek

  • ρού(σ)σεος — ον, ΑΜ βλ. ρούσος …   Dictionary of Greek

  • ρούσος — α, ο / ῥούσιος, ον, ΝΜΑ, και ρούσσος Ν, και ῥουσαῑος ΜΑ και ῥού(σ)σεος και ῥώσεος και ῥόσεος Α (κυρίως για το χρώμα τών μαλλιών) κοκκινωπός, ξανθοκόκκινος (α. «ρούσα παπαδιά» β. «ποια ναι η άσπρη, ποια ναι η ρούσα») μσν. αρχ. «οἱ ρούσιοι» οι… …   Dictionary of Greek

  • σέως — και δ. αν. σέος, ὁ, Α (ποιητ. τ.) ο σεισμός. [ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται για αμφβλ. γρφ.] …   Dictionary of Greek

  • κτήσεος — κτή̱σεος , κτῆσις acquisition fem gen sg (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μίσεος — μί̱σεος , μῖσος hate neut gen sg (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παγχρύσεος — all golden masc/fem nom sg παγχρύ̱σεος , παγχρύσεος all golden masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χρυσέος — χρῡσέος , χρύσεος golden masc nom sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χρύσεος — χρύ̱σεος , χρύσεος golden masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.